Υπογονιμότητα στην Ηλεία: Μπορούμε (;) να αλλάξουμε πλεύση

Η υπογονιμότητα αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο έντονου δημογραφικού προβλήματος. Η Ηλεία δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μέσα από την καθημερινή επαφή μου με ζευγάρια που προσπαθούν να αποκτήσουν απογόνους, βλέπω στην πράξη ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Εξίσου σημαντική είναι η έγκαιρη και ολοκληρωμένη διερεύνηση και των δύο συντρόφων.

Συχνά συναντώ ζευγάρια που καθυστέρησαν να αναζητήσουν βοήθεια, όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή δεν γνώριζαν πότε έπρεπε να απευθυνθούν στον ανδρολόγο. Κατά κανόνα η διερεύνηση είχε εξαντληθεί στον γυναικείο παράγοντα. Αυτή η καθυστέρηση μπορεί να περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές και να μετατρέψει την προσπάθεια για ένα παιδί σε μια μακρά και ψυχοφθόρα διαδικασία.

Το «παράδοξο» της αναβολής και ο κρίσιμος χρόνος

Αυτή έιναι μια πιο γενική παρατήρηση. Ένα από τα συχνότερα πράγματα που διαπιστώνω είναι η πεποίθηση ότι η γονιμότητα μπορεί να περιμένει. Πολλά ζευγάρια αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας για μετά τα 35, θεωρώντας ότι η σύγχρονη ιατρική θα μπορέσει να προσφέρει λύση οποιαδήποτε στιγμή.

Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Η γυναικεία γονιμότητα αρχίζει να μειώνεται σταδιακά μετά τα 30, με την πτώση να γίνεται εντονότερη όσο αυξάνεται η ηλικία. Η ηλικία επηρεάζει και την ανδρική αναπαραγωγική υγεία, συνήθως όμως με πιο σταδιακό και λιγότερο προβλέψιμο τρόπο. Δεν κρίνουμε επιλογές, απλά η εντύπωσή μου είναι πως αυτό δεν λαμβάνεται υπόψιν στα κρίσιμα σταυροδόμια καριέρα-έναρξη οικογένειας-μετακίνηση στο εξωτερικό κλπ.

Βλέπω επίσης ότι πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν ποιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητά τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέος άνθρωπος χρειάζεται έναν γενικό «προληπτικό έλεγχο». Σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζει πότε χρειάζεται στοχευμένη αξιολόγηση: όταν υπάρχει σχετικό ιατρικό ιστορικό, γνωστός παράγοντας κινδύνου ή καθυστέρηση στην επίτευξη εγκυμοσύνης.

Χωρίς αυτή τη γνώση, αρκετά ζευγάρια φτάνουν στον ειδικό όταν ο διαθέσιμος βιολογικός χρόνος έχει περιοριστεί.

Τα εμπόδια της περιφέρειας: Πρόσβαση και συντονισμός

Στην Ηλεία και γενικότερα στην περιφέρεια, διαπιστώνω ότι η πρόσβαση σε ορισμένες εξειδικευμένες εξετάσεις και η διασύνδεση μεταξύ των υπηρεσιών υγείας μπορεί να είναι δυσκολότερη. Ακόμη και μια βασική εξέταση, όπως το σπερμοδιάγραμμα, δεν είναι άμεσα διαθέσιμη σε κάθε δημόσια δομή.

Στην πράξη, ένα ζευγάρι μπορεί να χρειαστεί να απευθυνθεί σε διαφορετικά εργαστήρια, ιατρεία και νοσοκομεία ή ακόμη και να μετακινηθεί προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Συχνά καταλήγει να αναλαμβάνει το ίδιο τον συντονισμό της φροντίδας του, προσπαθώντας να συγκεντρώσει και να συνδέσει αποτελέσματα από διαφορετικές υπηρεσίες. Θα χρειαστεί να απευθυνθεί από ανθρωπιά και απόγνωση στο εργαστήριο που είναι καλό (ίσως για κάτι άλλο) και από εκεί στο άλλο που είναι καλύτερο, στον γιατρό που έχει βοηθήσει κόσμο (αλλά όχι εξειδικευμένο στην υπογονιμότητα) και ούτε κάθε εξής.

Έχω δει με λύπη πόσο κουραστική μπορεί να γίνει αυτή η διαδικασία. Ο κατακερματισμός της φροντίδας δημιουργεί οικονομική, οργανωτική και ψυχική επιβάρυνση. Μπορεί επίσης να προκαλέσει καθυστερήσεις, άσκοπη επανάληψη εξετάσεων ή ακόμη και προσωρινή διακοπή της διερεύνησης.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να υπάρχουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Χρειάζεται μια σαφής και συντονισμένη διαδρομή, από την πρώτη αξιολόγηση μέχρι την εξειδικευμένη φροντίδα.

Πώς μπορούμε να αλλάξουμε πορεία;

Από την εμπειρία μου, θεωρώ ότι χρειάζεται να περάσουμε από την παθητική αναμονή στην έγκαιρη ενημέρωση και στη στοχευμένη δράση:

  • Ενημέρωση από τη νεαρή ηλικία: Η γνώση ότι η γονιμότητα δεν είναι δεδομένη και ότι επηρεάζεται από την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό και τον τρόπο ζωής πρέπει να αποτελεί μέρος της γενικότερης αγωγής υγείας. Γιατί τα παιδιά στο σχολείο πρέπει να διδάσκονται τριγωνομετρία και βιολογία για να περάσουν στις σχολές που υπόσχονται καριέρα αλλά να μην μαθαίνουν πώς να προσέχουν τον εαυτό τους όταν θα έρθει η στιγμή να αποφασίσουν να ξεκινήσουν οικογένεια;
  • Ενεργός ρόλος της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας: Οι ιατροί της πρώτης γραμμής (ουρολόγοι, γυναικολόγοι, αλλά και γενικοί ιατροί) μπορούν να αναγνωρίζουν τους παράγοντες κινδύνου και να κατευθύνουν έγκαιρα τα ζευγάρια. Η διερεύνηση συνιστάται συνήθως μετά από 12 μήνες προσπαθειών όταν η γυναίκα είναι κάτω των 35 ετών και μετά από 6 μήνες όταν είναι 35 ετών ή μεγαλύτερη. Όταν υπάρχει γνωστός παράγοντας κινδύνου, πρέπει να αρχίζει νωρίτερα. Η κιρσοκήλη δεν εξηγεί τα πάντα!
  • Παράλληλη διερεύνηση των δύο συντρόφων: Επιμένω ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο. Η υπογονιμότητα δεν είναι αποκλειστικά «γυναικείο» ή «ανδρικό» ζήτημα. Η αρχική αξιολόγηση πρέπει να αφορά παράλληλα και τους δύο συντρόφους, ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και άσκοπες εξετάσεις. Τα έχει πει ήδη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
  • Δημιουργία δικτύων υποστήριξης: Η καλύτερη διασύνδεση των τοπικών μονάδων υγείας με εξειδικευμένα εργαστήρια και κέντρα μπορεί να απλοποιήσει τη διαδικασία, ώστε κανένα ζευγάρι στην Ηλεία να μη χάνει χρόνο εξαιτίας γεωγραφικών ή οργανωτικών εμποδίων. Αυτό περιλαμβάνει ασφαλώς την ανάπτυξη ακαδημαϊκών και κλινικών ενδιαφερόντων από τους κλινικούς.

Προσωπικά, η υπογονιμότητα δεν είναι πολυτέλεια ούτε προσωπική αποτυχία. Είναι ένα ζήτημα υγείας που αφορά το ζευγάρι συνολικά και χρειάζεται επιστημονικά τεκμηριωμένη, προσβάσιμη και συντονισμένη αντιμετώπιση. Δεν ισχυρίζομαι πως η έγκαιρη ενημέρωση και η στοχευμένη διερεύνηση εγγυώνται το αποτέλεσμα. Μπορούν, όμως, να αξιοποιήσουν καλύτερα τον διαθέσιμο χρόνο, να περιορίσουν την αβεβαιότητα και να βοηθήσουν το ζευγάρι να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις. Να βοηθήσει δηλαδή η κλινική ματιά στην υπογονιμότητα και στο δημογραφικό ζήτημα της υπογεννητικότητας.

Πιστεύω ότι μπορούμε να αλλάξουμε πορεία. Χρειάζεται να κάνουμε τη διαδρομή κάθε ζευγαριού πιο προσιτή, πιο απλή και, πάνω απ’ όλα, έγκαιρη.