«Δεύτερη γνώμη». Κι εσύ καταλαβαίνεις αμέσως ότι το θέμα δεν είναι μόνο ιατρικό. Προσλαμβάνεις κι εσύ, στην άλλη μεριά του γραφείου, ένα “αεράκι”: μείγμα φόβου, αμφιβολίας και ανάγκης να “πατήσει” κάπου η απόφαση για το υποκείμενο ζήτημα. Αν και μπορεί, προς στιγμή, να το πιστέψεις, δεν έχει έρθει για καβγά. Έρχεται μήπως και δει πιο ξεκάθαρα την απόφασή του.
Η δεύτερη γνώμη, στην ουσία, είναι ένα δεύτερο βλέμμα πάνω στο ίδιο πρόβλημα. Όχι “άλλος γιατρός για να τα μηδενίσουμε όλα”, ούτε “πάμε να κάνουμε νέες εξετάσεις γιατί δεν εμπιστευόμαστε τις προηγούμενες”. Είναι μια συλλογική προσπάθεια να δούμε αν η διάγνωση και το πλάνο υποστηρίζονται με τα υπάρχοντα δεδομένα, αν υπάρχουν εναλλακτικές, και κυρίως αν ο άνθρωπος απέναντι νιώθει πως έχει τον έλεγχο των αποφάσεων.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε να το δηλώνουμε ανοιχτά: οι ασθενείς ζητούν δεύτερη γνώμη γιατί, ενίοτε, το σύστημα είναι ατελές και η ιατρική έχει αβεβαιότητα. Επίσης, ακόμη κι όταν η ιατρική γνωμάτευση είναι σύμφωνη με τα πιο σύγχρονα ιατρικά δεδομένα και τις κατευθυντήριες οδηγίες, η επικοινωνία μπορεί να είναι αναποτελεσματική. Παρά τη βαρύτητά της, η συζήτηση μπορεί να είναι σύντομη, η πληροφορία βαριά, και να απαιτείται χρόνος μέχρι να φύγει η φουρτούνα στο μυαλό για τις κρίσιμες αποφάσεις. Οπότε το αίτημα βγαίνει με έναν τρόπο ανθρώπινο: «Θέλω να είμαι σίγουρος ότι δεν χάνω κάτι σημαντικό».
Υπάρχουν μερικές στιγμές που η δεύτερη γνώμη έχει πραγματικό νόημα:
- όταν προτείνεται χειρουργείο ή μια θεραπεία που θα αλλάξει την καθημερινότητα
- όταν η διάγνωση είναι σοβαρή ή σπάνια
- όταν κάτι “δεν κολλάει” ανάμεσα στα συμπτώματα και στις εξετάσεις
- ή όταν απλώς νιώθεις ότι δεν έχεις καταλάβει τι ακριβώς αποφασίζεις
Κατά τη γνώμη μου, ίσως είναι προβληματικό όταν η δεύτερη γνώμη γίνεται κάτι σαν “shopping”. Δηλαδή, “ψάχνω να βρω κάποιον να μου πει αυτό που ήδη θέλω”. Επίσης, αν πραγματοποιείται ως ρουτίνα, δεν μειώνει το ρίσκο, το μπερδεύει. Ασφαλώς, η τεκμηριωμένη δεύτερη γνώμη δεν είναι εκείνη που συμφωνεί με τον ασθενή. Είναι εκείνη που βάζει τα πράγματα σε σειρά, λέει τι ξέρουμε, τι δεν ξέρουμε, και τι επιλογές υπάρχουν, με τα υπέρ και τα κατά τους.
Αν είσαι ασθενής, το πιο χρήσιμο που μπορείς να κάνεις είναι να πας προετοιμασμένος. Όχι με άγχος, αλλά με τάξη. Πάρε μαζί σου τις εξετάσεις, τις απεικονίσεις (όχι μόνο το χαρτί με το “πόρισμα”), τα φάρμακά σου, τις αλλεργίες σου, τα χειρουργεία σου και, γιατί όχι, μια παρέα που φημίζεται για μεγαλύτερη ψυχραιμία από σένα ή, τέλος πάντων, όποιον ή όποια σε στηρίζει στις κρίσιμες καμπές. Επίσης, προσπάθησε να γράψεις σε μία πρόταση τι ζητάς, όπως: “θέλω να επιβεβαιώσω ότι χρειάζομαι χειρουργείο”, ή “θέλω να δω αν υπάρχει πιο συντηρητική επιλογή”, ή “θέλω να καταλάβω τι ρίσκο έχει το να περιμένω”.
Αν είμαστε ο “πρώτος” γιατρός, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη όποια συναισθήματα μάς καταλύζουν για την αυταξία μας και να δούμε το αίτημα για δεύτερη γνώμη ως φυσιολογικό δικαίωμα του ασθενούς. Οι επαγγελματικές μας και ηθικές αξίες, εξάλλου, επιβάλλουν συνεργασία, επικοινωνία και σεβασμό της αυτονομίας του ασθενούς μέσα στη σχέση γιατρού–ασθενούς. Δηλαδή, το αίτημα για δεύτερη γνώμη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν προσωπική προσβολή, αλλά σαν μέρος της κοινής λήψης απόφασης. Ως “δεύτερος” γιατρός, η δουλειά μας δεν είναι να “γκρεμίσουμε” τον πρώτο, αλλά να δομήσουμε μια ανεξάρτητη, ήρεμη αποτίμηση, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση των δεδομένων μέχρι τώρα, στην ακρόαση των αναγκών του ασθενούς και στη διασταύρωση των ατομικών μας συμπερασμάτων με την, όσο πιο σύγχρονη γίνεται, ιατρική βιβλιογραφία.
Οργανισμοί που ασχολούνται με τα δικαιώματα των ασθενών το τονίζουν, όμως, ξεκάθαρα: η δεύτερη γνώμη έχει κόστος σε χρόνο και μπορεί να φέρει καθυστέρηση, άρα θέλει στόχο και καθαρή ερώτηση, όχι ατέρμονη αναβολή.
Τώρα, λοιπόν, που πήραμε τη δεύτερη γνώμη, ξεκαθάρισαν τα πράγματα ή οδηγηθήκαμε σε γνωσιακή παράλυση; Εδώ πρέπει να θυμόμαστε πως δύο γνώμες μπορεί να διαφέρουν για τα εξής:
- έχουν διαφορετική εκτίμηση του ρίσκου
- δίνουν διαφορετικό βάρος στην ποιότητα ζωής έναντι της επιθετικότητας της θεραπείας
- ερμηνεύουν διαφορετικά ένα αμφίσημο εύρημα
- ή δουλεύουν με διαφορετική διαθεσιμότητα τεχνικών
Επί διαφωνίας, ο επόμενος πρακτικός βηματισμός είναι να ονοματιστεί καθαρά το σημείο διαφωνίας (διάγνωση, ερμηνεία ευρήματος, εκτίμηση ρίσκου, τεχνική) και να ζητηθεί να εξηγηθεί. Πολλές φορές, η ίδια η απλούστευση “ξεκλειδώνει” την κατανόηση. Αν οι αντικρουόμενες γνώμες προέρχονται από συμπληρωματικές ειδικότητες, μια κοινή συζήτηση (π.χ. ογκολόγος–χειρουργός στην περίπτωση του καρκίνου, γυναικολόγος αναπαραγωγής–ανδρολόγος στην περίπτωση της υπογονιμότητας ζεύγους, ή καρδιολόγος–καρδιοχειρουργός για επιλογή μεταξύ φαρμακευτικής/επεμβατικής στρατηγικής). Συνήθως, τα διλήμματα θα τερματιστούν εκεί.
Εν κατακλείδι, η δεύτερη γνώμη δεν είναι μόνο εργαλείο τεκμηρίωσης· είναι και ένας τρόπος διαχείρισης ρίσκου μέσα σε ένα ατελές σύστημα. Ο ασθενής τη δικαιούται. Ο γιατρός οφείλει να τη σέβεται, χωρίς να προσβάλλεται, και όταν του ζητηθεί, να νιώθει πως τιμάται από την ένδειξη εμπιστοσύνης.